
Η στάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (και όχι μόνο) απέναντι στην Τουρκία τα τελευταία χρόνια δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για το κατά πόσο μια πολιτική κατευνασμού και «χαϊδέματος των αυτιών» μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα ή, αντίθετα, να οδηγήσει σε νέα αδιέξοδα και αποσταθεροποίηση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία εσωτερικά διολισθαίνει προς τον αυταρχισμό και εξωτερικά προβάλλει διαρκείς απειλές προς τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.
Την ώρα που η τουρκική ηγεσία φυλακίζει τον ηγέτη της αντιπολίτευσης Εκρέμ Ιμάμολγου και εντείνει την καταστολή κάθε φωνής που αντιτίθεται στο καθεστώς, η Ε.Ε. επιλέγει να παραμένει σιωπηλή ή να περιορίζεται σε συμβολικές δηλώσεις. Η Τουρκία συνεχίζει να απειλεί ανοιχτά την Ελλάδα, να θέτει ζήτημα κυριαρχίας στα ελληνικά νησιά. Απειλεί ρητά με πόλεμο (casus belli) σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων και συνεχίζει να διατηρεί στρατιωτική παρουσία στα κατεχόμενα εδάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, παραβιάζοντας κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο.
Την ίδια στιγμή η Ευρώπη κλείνει τα μάτια και βάζει την Τουρκία στο τραπέζι ως ισότιμο συνομιλητή για το θέμα της “Ευρωπαϊκής Άμυνας” αδιαφορώντας για τα παραπάνω. Ενώ δεν πρέπει να παραλείψουμε πως αποτελεί και έναν καλό πελάτη για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες όπλων. Όπλα που όπως διατείνεται είναι πρόθυμη να χρησιμοποιήσει εναντίον ενός κράτους μέλους της ΕΕ…
Η Τουρκία είναι η πλέον αναθεωρητική χώρα και αν δεν μπει άμεσα φρένο στις παράλογες επιδιώξεις της και πολιτικές της, θα της “ανοίξει η όρεξη” με απρόσμενα αποτελέσματα. Η Τουρκία του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, με την πολιτική, στρατιωτική και ρητορική της συμπεριφορά, έχει αποδείξει ότι: επιδιώκει την ανατροπή του status quo στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο κατευνασμός δεν λειτουργεί
Η στρατηγική του κατευνασμού έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν — και σχεδόν πάντα με ολέθριες συνέπειες γι αυτόν που την εφάρμοζε. Η Συμφωνία του Μονάχου (1938): Η παραχώρηση της Τσεχοσλοβακίας στον Χίτλερ, αντί να αποτρέψει πόλεμο, του άνοιξε τον δρόμο. Η ρωσική επιθετικότητα (2008–2022): Η ατολμία της Δύσης μετά τη Γεωργία και την Κριμαία ενθάρρυνε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Η απραξία απέναντι στον Σαντάμ Χουσεΐν πριν τον Πόλεμο του Κόλπου: Οδήγησε στην εισβολή στο Κουβέιτ.
Όπως τότε, έτσι και σήμερα, ο κατευνασμός εκλαμβάνεται από τις αναθεωρητικές δυνάμεις ως αδυναμία — όχι ως δείγμα πολιτικής σοφίας ή στρατηγικής ωριμότητας.
Η απραξία κοστίζει περισσότερο από τη δράση
Αν η Ευρώπη θέλει να διατηρήσει αξιοπιστία και γεωστρατηγική αυτονομία, οφείλει να επανεξετάσει ριζικά τη στάση της. Να πάψει να εξισορροπεί το Διεθνές Δίκαιο με “γεωπολιτικό ρεαλισμό” που οδηγεί στη συνενοχή. Να σταθεί στο πλευρό των κρατών-μελών της που απειλούνται και να στείλει σαφή μηνύματα – όχι άλλες εκπτώσεις, όχι άλλη ανοχή.
Η πολιτική του κατευνασμού απέναντι στην Τουρκία έχει πλέον εξαντλήσει κάθε περιθώριο ανοχής. Είναι επιτακτική ανάγκη να μπει άμεσα φρένο στις επιθετικές και αναθεωρητικές της πρακτικές. Η Ευρώπη, αλλά και ο διεθνής παράγοντας συνολικά, οφείλουν να φέρουν την Τουρκία ενώπιον των ευθυνών της — όχι με λόγια, αλλά με πράξεις. Οι κανόνες του διεθνούς παιχνιδιού είναι σαφείς: είτε θα τους σεβαστεί, είτε θα βρεθεί εκτός παιχνιδιού. Σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα και πιο ασταθής, η ανοχή στην αυθαιρεσία δεν είναι στρατηγική. Είναι συνενοχή.
Η Ιστορία μας διδάσκει ότι όταν απέναντί σου έχεις έναν αναθεωρητισμό με στρατηγικό βάθος και αποφασιστικότητα, η απραξία κοστίζει περισσότερο από τη δράση


