
Η συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά με τη θέση της Ελλάδας μετά τις συνομιλίες Τραμπ – Πούτιν για τη λήξη του πολέμου στην Ουκρανία φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα αφήγημα που χαρακτηρίζεται από αφέλεια και κοντόφθαλμη ανάλυση. Κάποιοι υποστηρίζουν πως η Ελλάδα βιάστηκε να πάρει θέση απέναντι στη Ρωσία και ότι τώρα βρίσκεται μετέωρη. Οι ίδιοι, όμως, που καταδικάζουν τη ρωσική εισβολή, αποφεύγουν να σταθούν ανοιχτά απέναντι στη Ρωσία. Θα πρέπει, λοιπόν, να μας εξηγήσουν πώς ακριβώς μπορεί να συμβεί αυτό: να καταδικάζει κανείς έναν επιτιθέμενο, αλλά ταυτόχρονα να μην παίρνει θέση απέναντί του.
Η αλήθεια είναι πως η εποχή των ίσων αποστάσεων έχει τελειώσει. Όποιος προσπαθεί να κρατήσει ουδέτερη στάση σε μια γεωπολιτική σύγκρουση στο τέλος είναι αυτός που δέχεται το μεγαλύτερο πλήγμα. Η ιστορία δείχνει πως η στρατηγική της ουδετερότητας μπορεί να κοστίσει ακριβά, καθώς η παγκόσμια ισορροπία εξαρτάται από τη σαφή τοποθέτηση των κρατών σε κρίσιμες στιγμές.
Σήμερα φίλος αύριο εχθρός
Η διπλωματία δεν είναι στατικό πεδίο αλλά ένα δυναμικό σύστημα που εξελίσσεται διαρκώς. Οι διπλωμάτες κάθε χώρας οφείλουν να έχουν συνεχώς εναλλακτικά σχέδια και να μη θεωρούν τίποτα δεδομένο. Οι συνθήκες και οι προοπτικές μεταβάλλονται και κάθε χώρα χαράσσει την εξωτερική της πολιτική με γνώμονα τα εθνικά της συμφέροντα, τα οποία δεν μπορούν να βασίζονται σε αναχρονιστικές αντιλήψεις περί “ίσων αποστάσεων” και δεδομένων συμμάχων. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στη Διπλωματία.
Ο Ουίνστον Τσόρτσιλ κατά τον Β’ ΠΠ είχε πει: “Αν τα πράγματα ήταν αλλιώς, θα μπορούσαμε εύκολα να είμαστε γερμανόφιλοι και αντιγάλλοι”. Η φράση αυτή αποτυπώνει την πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων, όπου τίποτα δεν είναι μόνιμο και όλα διαμορφώνονται ανάλογα με τις εξελίξεις. Οι διεθνείς ισορροπίες δεν είναι σταθερές, και αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο σήμερα, όπου κάθε γεωπολιτική εξέλιξη επηρεάζεται από μια πληθώρα παραγόντων.
Αυτό μεταφράζεται στο ότι παρά την ΟΡΘΗ καταδίκη της εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022 δεν σημαίνει πως τώρα η Ελλάδα θα μείνει εκτός κάδρου. Αυτοί που χαράσσουν την εξωτερική πολιτική της χώρας οφείλουν να “διαβάσουν” τις συνθήκες και να χαράξουν στρατηγικές με βάση τα νέα δεδομένα.
Είναι ξεκάθαρο πως για τα επόμενα τέσσερα χρόνια, η διεθνής πολιτική θα διαμορφωθεί με βάση τον νόμο του ισχυρού, όπως τον επιβάλλει ο Τραμπ. Σε τέσσερα χρόνια, η κατάσταση μπορεί να αλλάξει εκ νέου. Η πιο επιτυχημένη στρατηγική, λοιπόν, δεν είναι αυτή που επιμένει σε αμετακίνητες θέσεις, αλλά εκείνη που προσαρμόζεται ανάλογα με τις συνθήκες. Η Ελλάδα, όπως κάθε κράτος, δεν έχει την πολυτέλεια να εφησυχάζει. Οφείλει να παρακολουθεί τις εξελίξεις και να προσαρμόζει τη στάση της, διασφαλίζοντας τα εθνικά της συμφέροντα σε κάθε πιθανό σενάριο.
Αυτή η συνθήκη αποτελεί, επίσης, τη μεγαλύτερη ευκαιρία για την Ευρωπαϊκή Ένωση να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της. Με την Αμερική να αποσύρει την ασπίδα προστασίας της, η ΕΕ πρέπει να αναλάβει μόνη της την ασφάλειά της, ενισχύοντας τις αμυντικές της δομές και αναπτύσσοντας μια στρατηγική αυτονομίας που θα της επιτρέψει να διαχειρίζεται τις προκλήσεις του μέλλοντος.


